Βιβλίο,  Μάρω Βαμβουνάκη

Δε διακρίνονται χωρίς εγγύτητα τα πρόσωπα – Μάρω Βαμβουνάκη

Μόνο η αγάπη αποκαλύπτει τη μοναδικότητα που όντως είναι ο άλλος. Ο αγαπημένος άλλος.

Ας κοιτάξουμε το πλήθος που περπατά στα πεζοδρόμια στο κέντρο μιας μεγαλούπολης. Τα κεφάλια, τα σώματα, η κίνηση, όσο πιο απόμακρα στεκόμαστε και τα παρατηρούμε, όσο πιο ψηλά πηγαίνουμε και απλώνει η οπτική μας, μας δίνουν την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού παρόμοιων αντικειμένων που κινούνται αδιαλείπτως με την ίδια μονότονη ροή.

Ακόμη και αν το παιδί μας βρίσκεται κάπου εκεί ανάμεσά τους, μπορεί ούτε να το προσέξουμε. Κι όμως, ένας απ’ αυτούς τους δήθεν όμοιους αριθμούς που κυλούν όλοι μαζί, ασήμαντοι και αφανείς, μπορεί να είναι ο Εκείνος ή η Εκείνη της ζωής και του θανάτου μας. Δε διακρίνονται χωρίς εγγύτητα τα πρόσωπα, δε γνωρίζονται και δεν αναγνωρίζονται δίχως σχέση. Με τη σχέση γίνονται εκείνο που είναι, δηλαδή αποκαλύπτονται, φανερώνονται και παίρνουν την αληθινή αξία τους στη ζωή μας. Οι εικόνες από μακριά είναι κενές, ακριβώς επειδή εξομοιώνουν τα μοναδικά ένα σε μια μάζα αδιάφορη, ίσως και αντιπαθητική.

Αν η Ιστορία μιλάει για τους λαούς σαν να είναι το πλήθος των πεζοδρομίων που λέγαμε, η λογοτεχνία διαθέτη τη μαγική τέχνη να πλησιάζει, να εισχωρεί και να ξεχωρίζει μια ψυχή, πείθοντάς μας έτσι, διά των λίγων, διά του ενός, διά της μίας, για το τι όντως είναι ζωή και τι όντως κινεί την Ιστορία.

Ποιο τυπικό ιστορικό βιβλίο μπορεί να σου δώσει να καταλάβεις καλύτερα τι σημαίνει πόλεμος, τι συνέβη εκείνα τα τρομερά χρόνια, περισσότερο από το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι; Η κατανόηση της Ιστορίας, εκτός από χρονολογίες, σχέδια, χάρτες, αριθμούς, στατιστικές, έχει ανάγκη τη συγκίνηση, τη γνήσια συγκίνηση που σε πείθει πως όλα τούτα που έγιναν περιλαμβάνουν κι εσένα, αφορούν κι εσένα, έγιναν ή μπορεί να τα αισθανθείς κι εσύ, είσαι δηλαδή κι εσύ φρουρός της ζωής σ’ αυτό τον φοβερό πλανήτη. Είσαι υπεύθυνος για τις φοβερές πιθανότητες των ανθρώπινων αντιδράσεων. Ο ανθρώπινος νους είναι μια βόμβα μεγατόνων που σου πετούν κι εσένα μπάλα στα χέρια σου σε τούτο το προαιώνιο παιχνίδι της αληθινής, της βαθιάς ιστορίας.

Από τις πιο ενοχλητικές για μένα «φιλοσοφίες» είναι εκείνη που διαρκώς επαναλαμβάνει: Ουδείς αναντικατάστατος! Μα πώς μπορούμε να το λέμε αυτό για πρόσωπα της ψυχής μας; Είναι δηλαδή αντικαταστάσιμος ο πατέρας μου; Ο ζωντανός αλλά και νεκρός πια πατέρας μου;

Ο άλλος σε σημαδεύει βαθιά, σου κεντάει την καρδιά και τη ζωή για πάντα, ακριβώς γιατί είναι αναντικατάστατος. Μόνο οι μηχανές και κάποια αντικείμενα αντικαθίστανται με τα ανταλλακτικά τους, κι αν ένα πρόσωπο για σένα μπορεί να αντικατασταθεί «συναισθηματικά» με κάποιο άλλο, αποδεικνύεται πως δεν αγαπούσες το ίδιο το πρόσωπο αλλά την κατάσταση, την παράσταση, όπου εκείνο έπαιρνε μέρος και έπαιζε ρόλο. Ρόλος και πρόσωπο είναι άλλο πράγμα… όσο άλλο είναι και ένα κοστούμι θεάτρου, η στολή, ας πούμε, του Ιούλιου Καίσαρα, που κρέμεται από μια κρεμάστρα στο κλειδωμένο καμαρίνι του από τον άνθρωπο Ολίβιε, ο οποίος κάθεται μια νύχτα και συλλογίζεται στον κήπο του λονδρέζικου σπιτιού του.

Και μήπως δεν είναι εκπληκτικής αξίας η Παραβολή του Ιησού, του Ιησού που ενθουσιάζεται να ανατρέπει τη ρηχή συμβατική λογική, όταν μιλάει για το ένα πρόβατο που ξέφυγε από το μεγάλο κοπάδι και χάθηκε; Για την αγωνία του βοσκού να αφήσει μόνο και στο έλεος της τύχης του όλο το κοπάδι και να τρέξει με λαχτάρα να γυρέψει το ένα, να σκύψει να το αρπάξει από τους γκρεμούς; Όλα τα ρισκάρει για το ένα. Δε λέει «ας διασώσω τα πολλά κι ας χαθεί το ένα». Δεν τον αντέχει η φλογερή του ψυχή τον ψυχρό υπολογισμό.

Το μαρτύριο και η ευδαιμονία μιας αγαπητικής σχέσης είναι ακριβώς αυτό, ότι είναι απολύτως προσωπική. Με τίποτα και κανένα δε μοιάζει, τίποτε άλλο δε θυμίζει, όσοι προσπάθησαν να ερωτευτούν κάποιον άλλο, προκειμένου να υπομείνουν την οδύνη ενός χωρισμού από εκείνον που όντως αγαπούσαν, το γνωρίζουν καλά τούτο. Μπορεί να ανακουφίστηκαν κάπως από αντιπερισπασμό, ποτέ όμως από αντικατάσταση.

Από κανέναν ο αγαπώμενος δε γίνεται να αναπληρωθεί. Γι’ αυτό πονάει τόσο βαριά η απώλεια. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλο σεβασμό το πένθος. Σεβασμό και από τους ίδιους τους πενθούντες.

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα» της Μάρως Βαμβουνάκη – εκδ. Ψυχογιός

error: Content is protected!