Η αυτοεκτίμηση διδάσκεται στα παιδιά με δύο μηχανισμούς – Χόρχε Μπουκάι
Η οικογένεια είναι σαν ένα βατήρας που στήνεται για να πατήσει πάνω του το παιδί στην ενηλικίωση: να σταθεί στην άκρη, να κάνει το άλμα και να έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να πέσει καλά, πραγματοποιώντας μια σωστή κατάδυση, όμορφη, αρμονική, πρωτότυπη, ασφαλή και πετυχημένη στην πισίνα της ζωή του. Αυτό είναι η οικογένεια.
Αν οι βάσεις του βατήρα είναισαθρές, το άλμα μπορεί να αποβεί ολέθριο, ο βατήρας να σπάσει, και μαζί μ’αυτόν και το κεφάλι του παιδιού.
Ένας από τους στυλοβάτες του βατήρα είναι και το επίπεδο αυτοεκτίμησης που αποπνέει η οικογένεια. Είναι προφανές ότι, αν κάποιος προέρχεται από ένα οικογενειακό περιβάλλον που δεν του έδειξε εκτίμηση, η ζωή ολόκληρη θα του φανεί πολύ δύσκολη.
Η αυτοεκτίμηση διδάσκεται στα παιδιά με δύο μηχανισμούς: ο πρώτος είναι ο κλασικός, των γονιών μας, με την προσοχή και τις φροντίδες.
Ο άλλος, πιο ανεπαίσθητος αλλά εξίσου καθοριστικός, εξαρτάται από το επίπεδο αυτοεκτίμησης που δείχνουν να έχουν οι ίδιοι οι γονείς. Αυτήν την τελευταία θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε “αυτοεκτίμηση μέσω μίμησης”, και μεταδίδεται στο παιδί όταν αυτό αντιληφθεί πως οι ίδιοι οι γονείς του και η οικογένεια που έχουν δημιουργήσει διαθέτει αυτοεκτίμηση.
Μαθαίνω την αυτοεκτίμηση όχι μόνο επειδή κάποιος μου δείχνει ότι με εκτιμά, αλλά επειδή αυτός που μ’ εκτιμά, εκτιμά πρώτα τον εαυτό του και ξέρει ότι είναι αξιόλογος. Ο καλύτερος τρόπος για να διδάξω στο παιδί μου την αυτοεκτίμηση είναι να ενισχύσω τη δική μου αυτοεκτίμηση. Προσοχή, όμως γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να κοροϊδέψεις τα παιδιά. Είναι απολύτως σαφές ότι η επικοινωνία μας είναι κατά 75% μη λεκτική, γι’ αυτό τα παιδιά μας, μαθαίνουν περισσότερα απ’ αυτά που μας βλέπουν να κάνουμε, παρά απ’ αυτά που μας ακούνε να λέμε.
Όποτε μιλάω γι’ αυτό το θέμα, μου έρχεται στο μυαλό μια ιστορία, που το περιεχόμενό της είναι πολύ σκληρό.
«Πάει καιρός που ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό της Ανατολής ένας άντρας με τέσσερις γιους. Τη στιγμή που εκτυλίσσεται αυτή η ιστορία, ο μικρότερος ήταν γύρω στα τριάντα, ενώ τ’ αδέλφια του 35, 37 και 40 χρόνων. Ο πατέρας είχε μόλις περάσει τα εξήντα, επειδή όμως την εποχή εκείνη το προσδόκομο ζωής ήταν γύρω στα 40 χρόνια, στην ουσία ήταν ένας ηλικιωμένος με όλα τα προβλήματα της γεροντικής ηλικίας. Το μυαλό του, το σώμα, οι σφιγκτήρες, η ικανότητά του να τα καφέρνει μόνος του… τίποτα δε λειτουργούσε καλά σ’ αυτόν τον άνθρωπο.
Μια μέρα ο μικρότερος γιος παντρεύεται και φεύγει από το σπίτι, οπότε δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα: ο πατέρας μένει μόνος. Η μητέρα έχει πεθάνει στην τελευταία γέννα και τα μεγαλύτερα αδέλφια είναι ήδη παντρεμένα. Κατά συνέπεια, τώρα δεν υπάρχει κανείς για ν’ αναλάβει τον ηλικιωμένο άνθρωπο, και το χειρότερο είναι ότι, την εποχή που μιλάμε, δεν υπάρχουν οίκοι ευγηρίας ούτε λεφτά για να πληρώσουν κάποιον να τον φροντίζει.
Τα παιδιά αρχίζουν να νιώθουν ότι, παρόλη την αγάπη που του έχουν, ο πατέρας τους αποτελεί πρόβλημα. Δεν μπορεί κανένα από τα παιδιά να τον πάρει στο σπίτι να ζήσει μαζί του και να τον φροντίζει. Άρα, βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα πραγματικά σοβαρό πρόβλημα.
Η ουσία της ιστορίας αρχίζει όταν τα παιδιά μαζεύονται για να συζητήσουν ποιο θα είναι το μέλλον του πατέρα τους. Κάποια στιγμή σκέφτονται ότι θα μπορούσαν να τον παίρνουν στο σπίτι τους με τη σειρά, αμέσως όμως καταλαβαίνουν ότι αυτή δεν είναι επαρκής λύση και, εκτός των άλλων, θα είχε σοβαρές συνέπειες στη ζωή όλων τους. Και τότε, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν, αρχίζουν να σκέφτονται ότι το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί, θα ήταν ο πατέρας τους να πεθάνει.
Παρά τον ψυχικό πόνο που τους δημιουργεί η συνειδητοποίηση αυτή, σημειώνουν αμέσως ότι δεν μπορούν να περιμένουν άπρακτοι να συμβεί το μοιραίο, καθώς ο πατέρας τους θα μπορούσε να ζήσει πολλά χρόνια ακόμη σ’ αυτήν την κατάσταση. Σκέφτονται, επίσης, ότι κανένας τους δεν μπορεί ν’ αντέξει αυτήν την καθυστέρηση. Και τότε, μυστηριωδώς, ένας τους έχει μια ιδέα: ίσως το μόνο που πρέπει να κάνουν είναι να περιμένουν να έρθει ο χειμώνας και ν’ αποτελειώσει αυτός τον πατέρα τους. Να γίνει, δηλαδή, όπως το φαντάζονται: να μπουν στο δάσος μαζί του, αυτός να χαθεί, και το κρύο με τους λύκους να αναλάβουν τα υπόλοιπα…
Τους θλίβει αυτή η προοπτική, ωστόσο αναγνωρίζουν ότι κάτι πρέπει να κάνουν για το μέλλον και τη ζωή τους. Αποφασίζουν λοιπόν να φροντίζουν τον πατέρα τους εναλλάξ, αλλά μόνο μέχρι να έρθει ο χειμώνας.
Μετά την πρώτη έντονη χιονόπτωση, τα τέσσερα αδέλφια συγκεντρώνονται ξανά στο σπίτι και λένε στον πατέρα τους:
«Έλα, πατέρα, πάμε να ντυθείς γιατί θα βγούμε.»
«Θα βγούμε; Με τέτοιο χιόνι;» ρωτάει εκείνος απορημένος.
Οι γιοί του, όμως, απαντάνε:
«Ναι, ναι, έλα, πάμε.»
Ο καημένος ο πατέρας ξέρει ότι το μυαλό του δε δουλεύει καλά τελευταία, κι έτσι αναγκάζεται να υπακούσει σ’ αυτό που του λένε τα παιδιά του.
Τον ντύνουν, του φοράνε —τι ειρωνεία!— ένα ζεστό παλτό, και παίρνουν κι οι πέντε τον δρόμο για το δάσος.
Μόλις φτάνουν εκεί, αρχίζουν να ψάχνουν ένα μέρος για να τον αφήσουν και να εξαφανιστούν γρήγορα. Προχωρούν στο δάσος, όλο και πιο βαθιά, ώσπου κάποια στιγμή φτάνουν σ’ ένα ξέφωτο. Αναπάντεχα, ακούνε τον πατέρα τους να λέει:
«Εδώ είναι.»
«Τι; Ποιο;» ρωτάνε έκπληκτοι οι γιοι του.
«Εδώ είναι» λέει ξανά.
Ο πατέρας ασφαλώς δεν είχε αρκετή πνευματική διαύγεια για να καταλαβαίνει τι συνέβαινε, κι εκείνοι είχαν προσέξει πολύ να μην τους ξεφύγει τίποτα… Σε τι αναφερόταν λοιπόν ο γέρος;
«Εδώ, εδώ. Αυτό εδώ είναι το μέρος…» επιμένει εκείνος, ιδρωμένος και με τα μάτια του να έχουν πεταχτεί έξω από τις κόγχες τους.
Τότε κι οι γιοι του τον ρωτάνε:
«Ποιο μέρος, πατέρα; Για τι πράγμα μιλάς;»
Κι ο γέρος τους απαντά:
«Εδώ είναι το μέρος όπου, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, εγκατέλειψα τον πατέρα μου».
Καλώς ή κακώς, αυτήν την επίδραση έχει η διαπαιδαγώγηση: αποκτούμε την τάση να συμπεριφερόμαστε στους γονείς μας όπως εκείνοι μας έμαθαν με τη συμπεριφορά τους απέναντι στους δικούς τους γονείς, και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τα παιδιά μας θα κάνουν σ’ εμάς τα ίδια που είδαν να κάνουμε κι εμείς στους γονείς μας.
Μεταδίδοντας στα παιδιά μας τη συναισθηματική ικανότητα της αγάπης, της φροντίδας και της στήριξης των δικών μας γονιών, τους έχουμε διδάξει αυτήν την ίδια ικανότητα, τους την έχουμε μάθει. Ωστόσο, αν πηγαίνω σπίτι και λέω: “Πότε θα ’ρθει η ώρα να πεθάνει ο γέρος μου”, κάποια μέρα θα περάσει κι απ’ το μυαλό του δικού μου γιου η ιδέα να μ’ εγκαταλείψει στο δάσος. Κι αυτό επαναλαμβάνεται με κάθε μήνυμα που στέλνουμε.
Αν ζω λέγοντας μέσα μου πως δουλεύω σε μια δουλειά που δεν μου αρέσει, πως η ζωή είναι απαίσια, πως δεν αξίζω τίποτα, πως έχω βαρεθεί να είμαι όπως είμαι… αν ζω χωρίς αυτοσεβασμό και ντρέπομαι για τα λίγα που έχω πετύχει, εγκλωβισμένος στη ζωή που κάνω με χαμηλή αυτοεκτίμηση… πώς θα καταφέρω ο γιος μου (που είναι ο γιος κάποιου που δεν αξίζει) να νιώθει πως αξίζει; Μόνο αυτός που αισθάνεται πως αξίζει, μπορεί να δώσει στους απογόνους του να καταλάβουν τι σημαίνει να νιώθεις πως αξίζεις.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει αν πρέπει ν’ αναζητήσω την εκτίμηση έξωθεν, στην περίπτωση που δεν είχα την τύχη να γεννηθώ σ’ ένα περιβάλλον όπου ο πατέρας και η μητέρα μου ένιωθαν να αξίζουν, εξυψώνοντάς με κι εμένα. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να βρω ανθρώπους ικανούς να δίνουν και να παίρνουν αγάπη, ανθρώπους που είναι περήφανοι γι’ αυτό που είναι κι έχουν το θάρρος να πρωταγωνιστήσουν στη ζωή τους.
Η έννοια της αυτοεκτίμησης είναι πολύ σοβαρή και σημαντική, ένας πραγματικός στυλοβάτης της ψυχικής υγείας, αλλά όχι και ο μόνος: ένας άλλος στυλοβάτης της ψυχικής υγείας, είναι η αγάπη προς τον εαυτό μας.
http://sxeseis-kai-sunaisthimata.com
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την αυτοεκτίμηση στον εγωισμό” του Χόρχε Μπουκάι, εκδ. opera


