Όταν δεν αγαπάμε οι ίδιοι αρκετά τον εαυτό μας, η ανάγκη να μας αγαπήσουν οι άλλοι είναι κάθετα αυξημένη.

 

Καλούμε τους άλλους να καλύψουν ένα κενό, να δώσουν αποζημίωση για αυτά που στην ουσία μπορεί να μας χρωστούσαν άλλοι – συνήθως οι γονείς μας.
Παράλληλα, επικοινωνούμε αυτή την συνθήκη της ελλειμματικής αγάπης του εαυτού μας στους άλλους με διάφορους λεκτικούς και μη τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε εν πλήρη συνειδήσει.

Επομένως, επικοινωνούμε δυο μηνύματα :  

  • δεν αγαπώ τον εαυτό μου
  • έχω ανάγκη να με αγαπάς.

Αυτά από τη δική μας μεριά. Και τώρα να δούμε τι γίνεται με τους άλλους.
Οι άλλοι από την μεριά τους νιώθουν ότι πάμε να τους κοροϊδέψουμε, δηλαδή, ότι προσπαθούμε να τους δώσουμε κάτι που δεν θα το παίρναμε ποτέ εμείς οι ίδιοι (τους έχουμε πει ήδη σιωπηλά ότι δεν αγαπάμε τον εαυτό μας, σας θυμίζω)….! Συνήθως αυτή η κοροϊδία δεν πιάνει με τον ίδιο τρόπο, όπως δεν πιάνει και το να μας δώσουν ένα φαΐ που το έχουν για πέταμα!
Σε δεύτερο χρόνο, νιώθουν και το forte της »αγάπης» μας που είναι περισσότερο μια πίεση ή αίτημα εξάρτησης που τους εγκλωβίζει, κάτι που τους απαιτεί ενέργεια μεγάλη, παρά κάτι που τους προσφέρεται για να νιώσουν καλά. Είναι σαν να λέμε στον άλλον, “μεγάλωσε με”, ή “έλα και ντάντεψε με”.
Οι σχέσεις που κάνουν οι ενήλικοι, οι συναισθηματικά ενήλικοι, (ναι, κατά προσέγγιση μιλάω), δεν έχουν πυροτεχνήματα αγάπης, ούτε μεγάλες απαιτήσεις ειδικά στην αρχή. Δίνουν περιθώριο, χρόνο, και αμοιβαιότητα που αντιστοιχεί στην πραγματική συγκυρία της σχέσης και όχι σε φαντασιωσικές προσδοκίες νευρωτικού χαρακτήρα για την έλευση του σωτήρα-συντρόφου μας.

Πηγή: της Αγγελικής Αρβανιτοπούλου – Σύμβουλος Ψυχ. Υγείας (MA Clinical Psychology)

https://sxeseis-kai-sunaisthimata.com